Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγραφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγραφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
Ο Βαν Χοχ και οι δημιουργίες του
Αυτό που πραγματικά μου κάνει εντύπωση στον λαντρεμένο και μοναδικό καλλιτέχνη Βίνσεντ Βαν Χοχ είναι τα "κινούμενα έργα" του! Κάθε φορά που κοιτώ τα έργα του νιώθω πως ζωντανεύουν μπροστά μου. Ξεπηδάνε από τον πίνακα, από το χαρτί και γίνονται ένα τοπίο ξεχωριστό. Κάνουν κύκλους και ξυπνάν, αναστένωνται. Είναι πολύ σπάνιο για έναν ζωγράφο να καταφέρει κάτι τέτοιο. Και για μένα, αυτό είναι το φετίχ του Βαν Χοχ. Όχι μόνο να μεταφέρει αυτό που βλέπει σε μια ακουαρέλα, αλλά και να το ζωτανέψει. Το χέρι του δίνει χρώματα στο χαρτί που χορεύουν. Κατάφερε να μην νεκρώσει τα αριστουργήματά του, αλλά να τα κάνει να κινούνται. Έδωσε μαι δόση ανιμισμού σε αυτά και τα έκανε να μας εκπλήσσουν, όπως και ο ίδιος. Αυτός και οι δημιουργίες του θα μείνουν για πάντα αθάνατες. Είναι ένας άνθρωπος που πραγματικά δεν θα πεθάνει ποτέ.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010
Βίνσεντ Βαν Γκογκ
"..δε δυσκολεύτηκα να βρω τρόπους να εκφράσω τη λύπη, την απόλυτη μοναξιά.." Βίνσεντ Βαν Γκογκ.
Γεννήθηκε στο Ζίντερ, χωριό της Ολλανδικής Βραβάντης, 30 Μάρτη, από πατέρα πάστορα. Η μητέρα του, 'Αννα Κορνήλια Μπαρμπέντους, κόρη βιβλιοδέτη της Αυλής, αγαπούσε το διάβασμα, πολύ περισσότερο από τον πατέρα κι είχε κλίση στο σχέδιο. Γρήγορα ο μικρός Βίνσεντ, εκδήλωσε ονειροπόλο, ευαίσθητο και δυσπρόσιτο όμως, χαρακτήρα. Αγαπούσε κι είχε ανάγκη την οικογένειά του, μα επιδίωκε τη μοναξιά και τους μοναχικούς περιπάτους. Αγαπούσε να μελετά τη φύση, τους αγρούς, τα έντομα.
Σταμάτησε νωρίς τις σπουδές γιατί η οικογένεια του ήτανε πολυμελής κι αυτός πρωτότοκος. Έπιασε μια ταπεινή δουλειά, αλλά στη Χάγη, σ' ένα ολλανδικό παράρτημα μιας γνωστής, γαλλικής αίθουσας τέχνης, της Γκαλερί Γκουπίλ. Έγινε συσκευαστής βιβλίων. Στα 16 του και μες στη δουλειά του, ξεδιπλώνει το ταλέντο της γοργής αφομοίωσης με το περιβάλλον, πράμα που μαρτυρά, μεγάλη εξυπνάδα κι οξύτατη αντίληψη. Έτσι, το 1873, μεταφέρεται στο Λονδρέζικο παράρτημα. Ύστερα από διπλή απογοήτευση (ερωτική και περιβάλλοντος), το 1875, μεταφέρεται στο Παρίσι, στην έδρα της γκαλερί. Δεν απολαμβάνει το μέρος εξαιτίας θρησκευτικών πεποιθήσεων κι αναστολών κι έτσι το μόνο που κάνει στον ελεύθερο χρόνο του, είναι να περνά ώρες μόνος ή με παρέα και κουβέντα στο δωματιάκι του ή να γυρνά στα μουσεία και στις εκθέσεις. Στην αλληλογραφία με τον αγαπημένο, κατά 4 έτη μικρότερο, αδερφό του Τεό, εκτός όσων γράφει, σχεδιάζει ό,τι του περιγράφει κι ό,τι βλέπει γύρω και του τραβά τη προσοχή.
Επιστρέφει Αγγλία, Κέντ. Προσπαθεί να προγυμνάσει παιδιά, στα γαλλικά και στα γερμανικά, όχι τόσο για να κερδίσει χρήματα, μιας κι οι γνώσεις του στις γλώσσες αυτές, δεν είναι κι οι καλύτερες δυνατές, αλλά για να κάνει επαφές και γνωριμίες. Έτσι γνωρίζει ακόμα βαθύτερα, τη γύρω αθλιότητα των χαμηλών στρωμάτων πληθυσμού κι αυτό τον επηρεάζει και πάλι βαθιά. Γίνεται βοηθός πάστορα και κηρύττει στο πλευρό του. Το 1878 επιστρέφει στη πατρίδα κι ενθαρρύνεται να σπουδάσει στην Ιερατική Σχολή του 'Αμστερνταμ, μ' αποτυγχάνει στις εξετάσεις. Κάνει λαϊκά κηρύγματα κι εκεί πια στρέφεται οριστικά στη ζωγραφική. Εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες και μελετά συστηματικά, σχέδιο.
1881, δοκιμάζει άλλη μια ερωτική απογοήτευση κι επιστρέφει στα περίχωρα της Χάγης, ζωγραφίζοντας τοπία και δρόμους. Την επόμενη χρονιά, βρίσκει στο πρόσωπο μιας πόρνης, της Χριστίνας (Σιέν), το άτομο κείνο που θα του επιτρέψει να διοχετεύσει όλη του τη συναισθηματική έκφραση. Μήτε όμως κι αυτό μέλλεται να κρατήσει για πολύ. Η Σιέν, μούσα, ερωμένη και μοντέλο του, μόλις γεννά τον δεύτερο γιό της, τον εγκαταλείπει οριστικά. Οικονομικά προβλήματα. Τέλος 1883, τα "σπάει" με το σπίτι του και καταφεύγει σ' ένα δωμάτιο-ατελιέ του Κ. Σαφράτ κι εκεί μέσα, ανάμεσα σ' ακόμα πάνω από 200 πίνακες τη διετία 1884-5(!), συνθέτει το πρώτο μεγάλο του αριστούργημα: "Οι Πατατοφάγοι"! Τον επόμενο χρόνο παίρνει πάλι τους δρόμους. Πεθαίνει ο πατέρας του κι ο ίδιος επισκέπτεται την Αμβέρσα όπου επηρεάζεται πολύ από τον Ρούμπενς.
Στα 1886-8, εγκαθίσταται στο Παρίσι, μα περνά το χρόνο του κυρίως στις γαλλικές επαρχίες. Γνωρίζει τον Πιζάρο και τον Λωτρέκ και συνδέονται με φιλία. Αυτή η περίοδος, ανάμεσα από 200 πίνακές του, φέρνει κι άλλα μεγάλα έργα. Είναι η λεγόμενη περίοδος της Αρλ. Ιδιαίτερα μετά το τσακωμό του με τον Γκωγκέν και τον αδερφό του Τεό, επιστρέφει στο Παρίσι και μ' απελπισία, κόβει το αφτί του κι αλλάζει τους συνδυασμούς των χρωμάτων του. Ζωγραφίζει όμως συνεχώς. Το 1890 επισκέπτεται την επαρχία Οβέρζ-Ιν-Ουάζ, μα οικονομικά προβλήματα του Τεό, σταματάνε το επίδομά του Βίνσεντ. Μ' επιβαρημένη υγεία, νιώθει εγκατάλειψη. Κάνει "Το Σταροχώραφο Με Τα Κοράκια". Μένει μόνος σ' ένα δωμάτιο του νέου φίλου του, γιατρού Γκασέ, που όμως τον απογοητεύει κι αυτός γιατί αποφασίζει να ...παντρευτεί κι ο Βίνσεντ το θεωρεί επίσης ...εγκατάλειψη. Στις 23 Ιουλίου, στέλνει ένα γράμμα στον αδερφό του και του μιλά για τη ματαιότητα της ζωής.
27 Ιουλίου, μέρα Κυριακή, ο Βίνσεντ κατευθύνεται, όπως τόσες άλλες φορές, στα σταροχώραφα. Δεν έχει μαζί του ούτε πινέλα, ούτε καβαλέτα, ούτε μουσαμάδες. Μόνον ένα περίστροφο για να χτυπήσει κοράκια. Σε μια στιγμή απελπισίας, το στρέφει στον εαυτό του. Τραυματισμένος βαριά, καταφεύγει στο γιατρό Γκασέ. Εκείνος διαπιστώνει με θλίψη, πως δε μπορεί ν' αφαιρέσει τη σφαίρα. Το επόμενο πρωΐ, φτάνει ο Τεό και τονε βρίσκει να καπνίζει ήρεμα τη πίπα του. Περνάνε όλη τη μέρα μαζί, κουβεντιάζοντας ήσυχα-ήσυχα, συμφιλιωμένοι. Το βράδυ ξαπλώνουνε κοντά-κοντά. Γύρω στις μιάμιση τη νύχτα της 28ης Ιουλίου, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ ξεψυχά, στα χέρια του αγαπημένου του αδερφού.
Αξίζει να σημειωθεί, πως εν ζωή, δε πούλησε μήτ' ένα πίνακά του!
Η Tέχνη Που Μας ''Ανοίγει'' Τα Μάτια
"Ο ρόλος του ζωγράφου δεν είναι ν' αντιγράφει το περίγραμμα των πραγμάτων..." Μίλαν Κούντερα
To Φλεβάρη του 1888, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ εγκαταλείπει τη ζοφερή μελαγχολία του παρισινού χειμώνα, τις νύχτες με το αλκοόλ, τις γυναίκες, τα κουραστικά πλήθη και κατευθύνεται προς το νότο. Φτάνοντας στην Αρλ της Προβηγκίας, θαμπώνεται από τον ήλιο της Μεσογείου και νοικιάζει πάραυτα σπίτι στο Νο 2 της πλατείας Λαμαρτέν, πάνω απ το καφέ De La Gare. Aυτό ήταν το διάσημο Κίτρινο Σπίτι όπου ήλπιζε να δημιουργήσει το Εργαστήρι Του Νότου, μια κοινότητα καλλιτεχνών όπως περίπου κι η αδελφότητα των Ολλανδών ζωγράφων του 17ου αιώνα. Καθώς δεν ήξερε κανένα να του ποζάρει, πρώτα του θέματα γίνονται, δένδρα, λόφοι, χωράφια, οι γέφυρες γύρω από την Αρλ. Γοητεύεται από τα χρώματα της Προβηγκίας και γράφει στον αδερφό του:
"Εδώ μπορείς να νιώσεις τ' αστέρια και την απεραντοσύνη του ουρανού. Αφού η ζωή πάνω απ' όλα είναι παραμύθι. Ξέρεις, άνθρωποι που δε πιστεύουνε στον ήλιο και σε περιβάλλον όπως αυτό, είναι άθεοι".
Παρέμεινε στην Αρλ ως το Μάη του 1889, δηλαδή 15 μήνες ή αλλιώς 200 πίνακες, 100 σκίτσα και 200 επιστολές. Αιτιολογώντας στον αδερφό του γιατί είχε μετακομίσει από το Παρίσι στην Αρλ, ανάφερε πως ήθελε να ζωγραφίσει το Νότο, αλλά και μέσω του έργου του να βοηθήσει κι άλλους να τον δουν. Πίστευε ακράδαντα πως οι καλλιτέχνες που ζωγράφιζαν ένα τμήμα του κόσμου, μπορούσαν ν' ανοίγουν τα μάτια των άλλων. Ο ίδιος για παράδειγμα, είχε διδαχθεί από τον Βελάσκεθ να διακρίνει τις αποχρώσεις του γκρι. Τον γοήτευαν έργα του, που απεικόνιζαν εσωτερικό φτωχικών σπιτιών. Παρατηρούσε πως ακόμα και κάτω από το καφτό φως του ήλιου, επικρατούσε ένα πένθιμο γκρίζο που σπάνια το αυλάκωνε κάποια ηλιαχτίδα, όταν τα πατζούρια δεν ήταν εντελώς κλειστά ή αν κάποιο ήτανε φθαρμένο.
Ξαφνικά, μια μέρα είδε μπρος του ένα θέαμα, βγαλμένο λες από πίνακα του Βελάσκεθ. Στο κέντρο της Αρλ υπήρχανε κάμποσα μικρά εστιατόρια, όπου πήγαινε για φαγητό. Οι τοίχοι ήτανε κι εκεί συχνά σκοτεινοί, τα πατζούρια μισόκλειστα κι έξω, η λιακάδα του νότου δυνατή. Γράφει εκστασιασμένος στον αδερφό του:
"Είναι εντελώς γκρίζο... ένα γκρίζο Βελάσκεθ. Στη κουζίνα βρίσκεται μια γρια και μια κοντόχοντρη υπηρέτρια, ντυμένες κι αυτές στα γκρίζα..."
Αν λοιπόν εκείνος είχε μάθει από τον Βελάσκεθ να βλέπει τις διαβαθμίσεις του γκρίζου και τις μεγαλόσωμες μαγείρισσες με τη τραχιά όψη, κάπως έτσι μπορούμε να 'χουμε κι εμείς ξεναγό τη παλέτα του Μονέ για τα δειλινά, του Ρέμπραντ για το πρωινό φως, του Βαν Γκογκ για το κίτρινο του γαλλικού νότου. Η σχεδόν μυστικιστική δύναμη του κίτρινου ήλιου, που αγκάλιαζε με τις ακτίνες του τη φύση της Προβηγκίας ενστάλλαζε την ελπίδα και την αναγέννηση στη ψυχή του ζωγράφου:
"Τώρα, εφόσον έχω δει τον ωκεανό με τα ίδια μου τα μάτια, καταλαβαίνω πόσο σημαντικό είναι για μένα να μείνω στο νότο και να βιώσω το χρώμα ώστε να το οδηγήσω στα έσχατα όριά του".
Πίστευε ότι το χρώμα είναι αυτό που δίνει ανάσα στα πράγματα. Γι' αυτό, ενώ μένει πάντα πιστός στο θέμα, ώστε αυτό να 'ναι σαφές κι όχι αφηρημένο, παίζει περίεργα παιχνίδια με τα χρώματα και τη κίνηση των γραμμών, εκφράζοντας έτσι τη δική του άποψη για τον κόσμο και για το είναι των όντων:
"Παντού ο ουρανός έχει ένα υπέροχο μπλε χρώμα κι ο ήλιος ένα έντονο κίτρινο κι αυτό είναι εξίσου όμορφο και γοητευτικό όσο κι η αντιπαράθεση του μπλε και του κίτρινου στους πίνακες του Vermeer".
Το χρώμα ήταν αυτό που 'δινε την εσωτερική ενέργεια στον πίνακα και γινόταν μέσο έκφρασης για την αναπαράσταση πραγματικότητας που ήταν όμως υποταγμένη στη φαντασία και τη ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη. Ο Βαν Γκογκ δεν επιλέγει το χρώμα της πραγματικότητας. Αλλιώς, στον πίνακα "Σπορέας Το Ηλιοβασίλεμα" θα 'πρεπε να βάλει μπλε για τον ουρανό, κίτρινο για το σταροχώραφο κι όχι το αντίθετο. Ομως η προσπάθειά του δεν είναι η φωτογραφική απεικόνιση του κόσμου, αλλά η απόδοση της μοναξιάς, της αμφιβολίας, της φυγής, της καταστροφής. Θυσίαζε το ναΐφ ρεαλισμό για να φτάσει σ' ένα ρεαλισμό πιο ουσιαστικό:
"Βάζω τη καρδιά και τη ψυχή μου στα έργα μου κι έχω χάσει το μισό μου μυαλό σ' αυτή τη πορεία".
Η αλήθεια είναι ότι στη Προβηγκία, τα χρώματα έχουνε κάτι το ιδιαίτερο. Το βοριαδάκι που συχνά φυσά από τις 'Αλπεις διώχνει τα σύννεφα και την υγρασία, αφήνοντας την ατμόσφαιρα ολοκάθαρη. Έτσι δε συναντάμε την αχλύ που κάνει θαμπά και μουντά τα χρώματα
Ο Βαν Γκογκ οργιζότανε βλέποντας πόσο είχανε παραμεληθεί τα φυσικά χρώματα του νότου: "Οι περισσότεροι επειδή δεν είναι κολορίστες, δε βλέπουνε στο νότο το κίτρινο, το πορτοκαλί και το θειαφί. Το χρώμα είναι έξοχο εδώ όταν είναι νεαρά τα πράσινα φύλλα, το χρώμα είναι τόσο πλούσιο που όμοιό του σπάνια βλέπουμε στο βορρά. Ομως ακόμη κι όταν τα καίει ο ήλιος και γεμίζουν σκόνη, δε χάνει την ομορφιά του γιατί το τοπίο γεμίζει χρυσαφιές αποχρώσεις. Χρυσαφί-πράσινο, χρυσαφί-κίτρινο, χρυσαφί-ροζ... κι όλ' αυτά σε συνδυασμό με μπλε -από το βαθύτερο θαλασσί ως το ανοιχτό γαλάζιο των μη με λησμόνει- ένα μπλε του κοβαλτίου, ιδιαίτερα φωτεινό και λαμπερό".
Η σχέση του με τη φύση ήτανε σαφώς ερωτική:
"Δε πρέπει ν' ακούμε τόσο τη γλώσσα της ζωγραφικής όσο τη γλώσσα της φύσης".
Τα πειράματά του με το χρώμα δε προκύπταν από τις τακτικές κάποιας συγκεκριμένης τεχνοτροπίας. Ήτανε προσωπική αγωνία κι οι υπαρξιακές του αναζητήσεις, που οδηγούσανε το πινέλο. Ο Οκτάβ Μιρμπό, συγγραφέας και δημοσιογράφος που υποστήριζε τη μοντέρνα τέχνη έγραψε άρθρο για τον Βαν Γκογκ στην εφημερίδα L' Εcho De Paris που 'λεγε:
"Οχι μόνον έχει ταυτιστεί με τη φύση, αλλά έχει απορροφήσει τη φύση μέσα του. Ανυστερόβουλα παρέδωσε τη ζωή του, αίμα και χυμούς στα δέντρα, στους ουρανούς, στα λουλούδια και στους αγρούς που ζωγράφιζε".
Η ίδια περιοχή της Προβηγκίας αποτελούσε πηγή έμπνευσης των ζωγράφων τουλάχιστον έναν αιώνα πριν από την άφιξη του Βαν Γκογκ. Εκείνοι συνήθως τριγύριζαν στην ύπαιθρο κι αναπαριστούσαν αναγνωρίσιμους θάμνους, δέντρα, σπαρτά, σύννεφα. Ο Βαν Γκογκ αδιαφορούσε γι' αυτή τη φωτογραφική απόδοση του ορατού κόσμου. Παρόλο που κι ο δικός του σκοπός ήτανε πάντα το πραγματικό, η ομοιότητα, διέφερε ωστόσο, από τη φωτογραφική ομοιότητα.
Πρωταρχικός του στόχος ήταν να εμβαθύνει στις ρίζες και στη προέλευση των πραγμάτων. Στη ζωή που τα όντα κλείνουν μέσα τους. Γύρω του, τα πάντα σφύζαν από ζωή κι αυτό προσπαθούσε ν' αποδώσει στους πίνακές του με το χρώμα. Το χρώμα αντιπροσώπευε την ύπαρξη, το μυστήριο της φύσης, αυτό που κρυβόταν "πίσω από τη πραγματικότητα". Ο τρόπος που αντιλαμβανόταν τη ζωή ήτανε σχεδόν θρησκευτικός. Η στάση του θυμίζει τη στάση ενός στοργικού ανθρώπου που περιβάλλει με φροντίδα τα όντα κι απεικονίζει τον πόνο, τη χαρά, τη θλίψη, το πάθος, το πεπερασμένο:
Πρωταρχικός του στόχος ήταν να εμβαθύνει στις ρίζες και στη προέλευση των πραγμάτων. Στη ζωή που τα όντα κλείνουν μέσα τους. Γύρω του, τα πάντα σφύζαν από ζωή κι αυτό προσπαθούσε ν' αποδώσει στους πίνακές του με το χρώμα. Το χρώμα αντιπροσώπευε την ύπαρξη, το μυστήριο της φύσης, αυτό που κρυβόταν "πίσω από τη πραγματικότητα". Ο τρόπος που αντιλαμβανόταν τη ζωή ήτανε σχεδόν θρησκευτικός. Η στάση του θυμίζει τη στάση ενός στοργικού ανθρώπου που περιβάλλει με φροντίδα τα όντα κι απεικονίζει τον πόνο, τη χαρά, τη θλίψη, το πάθος, το πεπερασμένο:
"Υπάρχουν απέραντα καλαμποκοχώραφα κάτω από μουντούς ουρανούς κι εγώ δε δίστασα ν' απεικονίσω αυτή τη μελαγχολία και την απόλυτη μοναξιά".
Ο Βίνσεντ περιπλανιόταν συχνά στη "χώρα του δέντρου" όπως έλεγε, "δίπλα στον αρχαίο ψιθυριστό ήχο", δηλαδή στην Αλπίλ, ραχοκοκαλιά της Προβηγκίας, στο όμορφο αυτό τραχύ τοπίο, όπου οι έντονες χρωματικές αντιθέσεις ταίριαζαν κι αντανακλούσαν τη διάθεσή του. Η ψυχολογική του κατάσταση κείνης της εποχής απεικονίζεται τέλεια στο βασανισμένο τοπίο της Αλπίλ.
Μαγευόταν κυρίως από το σχήμα των ελαιόδεντρων, από τους ασημί τόνους των φυλλωμάτων τους κι από τους βασανισμένους κορμούς, τους καλά ριζωμένους στη γη. Τα διάφορα κλαδιά που κατά καιρούς ζωγράφιζε σε βάζα ή ποτήρια συμβόλιζαν την εφήμερη ομορφιά. Τα δέντρα όμως εξέφραζαν γι' αυτόν μια ομορφιά διαφορετική, ανθεκτική, αιώνια. Εκτός από την ελιά, το άλλο δέντρο σύμβολο της Προβηγκίας ήταν κατά τον Βίνσεντ το κυπαρίσσι.
"Το κυπαρίσσι είναι όμορφο ως ξύλο και στις αναλογίες μοιάζει με αιγυπτιακό οβελίσκο. Και το πράσινο έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Είναι ένας μαύρος λεκές σ' ένα ηλιόλουστο τοπίο. Αξίζει να τα δει κανείς εδώ, μπροστά στο γαλάζιο ή καλύτερα μες στο γαλάζιο να υψώνουν τις σιλουέτες τους σαν τις μαύρες φλόγες ενός εφιάλτη".
Τί είχε προσέξει κείνος στα κυπαρίσσια που οι άλλοι δεν το είχαν παρατηρήσει ως τότε; Αρχικά, το πώς σάλευαν στον άνεμο. Η κίνηση των δέντρων αυτών οφείλεται στο ότι τα κλαδιά τους φυτρώνουν προς τα πάνω σε αντίθεση προς τα κλαδιά του πεύκου για παράδειγμα που ανοίγουν προς το πλάι ή και προς τα κάτω. Επιπλέον, έχουνε κορμό πολύ κοντό έτσι ώστε ένα μεγάλο μέρος του δέντρου ν' αποτελείται μόνον από κλαδιά. Έτσι λοιπόν σείονται ολόκληρα στο φύσημα του ανέμου ενώ άλλα δέντρα κινούν μόνο τα κλαδιά τους, κρατώντας τον κορμό τους σταθερό. Τέλος, καθώς έχουν σχήμα κώνου, μοιάζουν με φλόγα που τρεμοπαίζει. Αυτά είχε προσέξει ο Βαν Γκογκ και θα 'κανε κι άλλους να τα δουν.
Κάποια στιγμή ο Όσκαρ Ουάιλντ σχολίασε ότι στο Λονδίνο δεν υπήρχε ομίχλη ως τη στιγμή που τη ζωγράφισε ο Ουίστλερ. Αντίστοιχα θα λέγαμε ότι και τα κυπαρίσσια της Προβηγκίας περνούσαν εξίσου απαρατήρητα πριν ασχοληθεί μ' αυτά ο Βαν Γκογκ.
Είναι αλήθεια πως η τέχνη πηγάζει από το είναι και σίγουρα δεν μπορεί να σαγηνεύει εκ του μη όντος ούτε αποκλειστικά και μόνον από τα αισθήματα ή τη φαντασία των καλλιτεχνών. Σίγουρα όμως καταφέρνει να μας ενθουσιάζει και να καθοδηγεί τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, ώστε να κατανοούμε καλύτερα αυτά που και πριν κοιτάζαμε αλλά δεν βλέπαμε.
'Αλλωστε, το στοιχείο που διακρίνει τους μεγάλους ζωγράφους είναι ότι μας επιτρέπουν να βλέπουμε πιο καθαρά κάποια πτυχή του κόσμου.
"Νιώθω τρομακτική διαύγεια τις στιγμές που η φύση είναι τόσο όμορφη. Δεν είμαι πια βέβαιος για τον εαυτό μου κι οι πίνακες μοιάζουν να 'χουν βγει από όνειρο".
Τα έργα του Βίνσεντ με τα έντονα φορτισμένα χρώματα και τα ρευστά σχήματα δημιούργησαν αίσθηση στις αρχές του 20ου αιώνα. Δημιουργήθηκε ένα κίνημα στη Γερμανία που ονομαζόταν Die Brucke (Γέφυρα). Οι ζωγράφοι που είχανε προσχωρήσει σ' αυτό πίστευαν όπως κι ο Βαν Γκογκ, πως η τέχνη πρέπει περισσότερο να εκφράζει παρά ν' απεικονίζει, ν' αποτελεί στοχασμό για τη ζωή κι ανησυχία αντί για παρηγοριά. Να μην αντιγράφει τα ορατά, αλλά να κάνει τα πράγματα ορατά. Η εξέλιξη αυτού του κινήματος ονομάστηκε τελικά Εξπρεσιονισμός.
"Αγαπημένε μου Τεό, δεν μπορώ να κάνω τίποτα αν οι πίνακές μου δεν πουλιούνται. Θα έρθει όμως μια μέρα που όλοι θα καταλάβουν πως αξίζουνε περισσότερο από την αξία του χρώματος που βάζω, αλλά και από την ίδια μου τη ζωή".
Βίνσεντ βαν Γκογκ
Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ (Vincent Willem van Gogh) (30 Μαρτίου 1853 – 29 Ιουλίου 1890) ήταν Ολλανδός ζωγράφος. Εν ζωή, το έργο του δεν σημείωσε επιτυχία ούτε ο ίδιος αναγνωρίστηκε ως σημαντικός καλλιτέχνης. Ωστόσο, μετά το θάνατό του, η φήμη του εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών.
Η επίδραση του στα μεταγενέστερα κινήματα του εξπρεσιονισμού, του φωβισμού αλλά και εν γένει της αφηρημένης τέχνης, θεωρείται καταλυτική.
Ζωή και έργο
Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ γεννήθηκε στο ολλανδικό χωριό Ζούντερτ (Zundert) και ήταν ο πρωτότοκος από τα συνολικά οκτώ παιδιά της οικογένειάς του, γιος του πάστορα Θεόδωρου βαν Γκογκ. Ήδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα.
Σε ηλικία 16 ετών και αφού είχε ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα, ασχολήθηκε για ένα διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης, στην εταιρεία Goupilator & Company, όπου τον επόμενο χρόνο προσελήφθη και ο αδελφός του Τεό βαν Γκογκ (Theo van Gogh). Το 1873, η εταιρεία τον μεταθέτει στο Λονδίνο και αργότερα στο Παρίσι. Την περίοδο αυτή, εντείνεται το ενδιαφέρον του για τη θρησκεία, επηρεασμένος εμφανώς και από την ιδιότητα του πατέρα του. Αφού απολύεται από την εργασία του το 1876, επιστρέφει στο Άμστερνταμ για να σπουδάσει θεολογία. Οι σπουδές του διαρκούν για περίπου ένα έτος και το 1878 του ανατίθεται μία θέση ιεροκήρυκα στο Βέλγιο και συγκεκριμένα στην υποβαθμισμένη περιοχή Μπορινάζ, όπου λειτουργεί ορυχείο. Ο βαν Γκογκ κηρύτει για περίπου έξι μήνες επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ένδεια των ανθρώπων της περιοχής. Αυτή είναι και η περίοδος κατά την οποία ξεκινά να σχεδιάζει μικρά έργα και πιθανόν αποφασίζει να ασχοληθεί με την τέχνη.
Το 1880, σε ηλικία 27 ετών, ξεικινά να παρακολουθεί τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής, ωστόσο σύντομα έρχεται σε ρήξη με τον δάσκαλό του, Αντόν Μωβ (Anton Mauve), γύρω από καλλιτεχνικά ζητήματα. Τα επόμενα χρόνια δημιουργεί έργα κυρίως επηρεασμένα από τη ζωγραφική του Ζαν Φρανσουά Μιλλέ (Jean-François Millet), ενώ ταξιδεύει στην ολλανδική επαρχία ζωγραφίζοντας θέματα που εμπνέεται από αυτή. Το χειμώνα του 1885, παρακολουθεί μαθήματα στην Ακαδημία της Αντβέρπης, τα οποία όμως διακόπτονται πολύ σύντομα αφού αποβάλλεται από τον καθηγητή της ακαδημίας Ευγένιο Σιμπέρ (Eugene Siberdt). Παρά το γεγονός αυτό, ο βαν Γκογκ προλαβαίνει να έρθει σε επαφή με την ιαπωνική τέχνη από την οποία και δανείζεται στοιχεία ή πολλές φορές μιμείται την τεχνοτροπία της. Αρκετές από τις προσωπογραφίες του, περιλαμβάνουν επίσης σε δεύτερο πλάνο κάποιο έργο ιαπωνικής τέχνης.
Την άνοιξη του 1886 επισκέπτεται το Παρίσι όπου ζεί με τον αδελφό του — επιτυχημένο πλέον έμπορο τέχνης — στην περιοχή της Μονμάρτης, κέντρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Κατά την παραμονή του, έρχεται σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές Έντγκαρ Ντεγκά, Καμίλ Πισάρο, Πωλ Γκωγκέν και Τουλούζ Λωτρέκ. Επηρεάζεται σημαντικά από το κίνημα του ιμπρεσιονισμού και ειδικότερα σε ότι αφορά τη χρήση του χρώματος. Ο ίδιος ο βαν Γκογκ κατατάσσεται περισσότερο στους μετα-ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Χρησιμοποίησε συχνά τεχνικές των ιμπρεσιονιστών αλλά διαμόρφωσε παράλληλα και ένα προσωπικό ύφος, το οποίο διακρίνεται από την χρήση συμπληρωματικών χρωμάτων που οι ιμπρεσιονιστές αποφεύγουν.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1888, ο βαν Γκογκ εγκαταλείπει τη γαλλική πρωτεύουσα και επισκέπτεται τη νότια Γαλλία και την περιοχή της Προβηγκίας. Υπάρχουν αναφορές πως εκεί εμπνέεται από το τοπίο καθώς και την αγροτική ζωή των κατοίκων, θέματα τα οποία προσπαθεί να αποδόσει και στη ζωγραφική του. Την περίοδο αυτή, επινοεί και μία ιδιαίτερη τεχνική των στροβιλισμάτων με το πινέλο ενώ στους πίνακές του κυριαρχούν έντονα χρώματα, όπως κίτρινο, πράσινο και μπλε, με χαρακτηριστικά δείγματα τα έργα Έναστρη νύχτα και μία σειρά πινάκων που απεικονίζουν ηλιοτρόπια. Το έργο Κόκκινο αμπέλι αυτής της περιόδου είναι επίσης το μοναδικό έργο που κατάφερε να πουλήσει ο βαν Γκογκ εν ζωή. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Αρλ, δέχεται και την επίσκεψη του ζωγράφου Γκωγκέν. Ωστόσο, μετά από λίγους μήνες, οι δυό τους διαφωνούν έντονα και λόγω της ασταθούς ψυχικής του υγείας, ο βαν Γκογκ κόβει μέρος του αριστερού του αυτιού καταλήγοντας στο νοσοκομείο της περιοχής. Υπάρχουν ισχυρισμοί πως ο βαν Γκογκ είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν και προέβη στο κόψιμο του αυτιού του αναζητώντας ένα είδος κάθαρσης από τις τύψεις του.
Το 1889 εισάγεται στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στον Σαιν Ρεμύ, όπου και παραμένει συνολικά για ένα περίπου χρόνο πάσχοντας από κατάθλιψη. Κατά την παραμονή του εκεί, συνεχίζει να ζωγραφίζει. Τον Μάιο του 1890 εγκαταλείπει την ψυχιατρική κλινική και ζει για ένα διάστημα σε μία περιοχή κοντά στο Παρίσι, όπου παρακολουθείται από τον γιατρό Πωλ Γκασέ, στον οποίο είχε συστήσει τον βαν Γκογκ ο ζωγράφος Καμίλ Πισάρο. Στο διάστημα που παρακολουθείται ιατρικά, ο βαν Γκογκ παράγει ένα μόνο έργο, που αποτελεί προσωπογραφία του Γκασέ.
Τον Ιούλιο του 1890, ο βαν Γκογκ εμφανίζει συμπτώματα έντονης κατάθλιψης και τελικά αυτοπυροβολείται στο στήθος στις 27 Ιουλίου ενώ πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα. Δεν είναι απολύτως βέβαιο ποιο ήταν το τελευταίο του έργο, αλλά πρόκειται πιθανά για το έργο με τον τίτλο Ο κήπος του Ντωμπινύ ή για τον πίνακα Σιτοχώραφο με κοράκια.
Μετά το θάνατο του βαν Γκογκ, η φήμη του εξαπλώθηκε ραγδαία, με αποκορύφωμα μεγάλες εκθέσεις έργων του που πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι (1901), το Άμστερνταμ (1905), την Κολονία (1912), τη Νέα Υόρκη (1913) και το Βερολίνο (1914).
Συνολικά δημιούργησε σε διάστημα περίπου δέκα ετών περισσότερα από 800 πίνακες και 1000 μικρότερα σχέδια. Σώζεται ακόμα εκτενής αλληλογραφία του με τον αδελφό του, που περιλαμβάνει περισσότερα από 700 γράμματα. Επίσης ο βαν γκογκ είναι διάσημος για τις πινελιές του οι οποίες πολλές φορές παρουσιάζουν μια κίνηση.
Λόγια του..
“I certainly hope to sell in the course of time, but I think I shall be able to influence it most effectively by working steadily on, and that at the present moment making desperate efforts to force the work I am doing now upon the public would be pretty useless.”
“The more I think about it, the more I realize there is nothing more artistic than to love others.”
“It is not the language of painters but the language of nature which one should listen to, the feeling for the things themselves, for reality, is more important than the feeling for pictures.”
“I am risking my life for my work, and half my reason has gone.”
“I want to touch people with my art. I want them to say 'he feels deeply, he feels tenderly.”
“My opinion is that the best thing would be to work on till art lovers feel drawn toward it of their own accord, instead of having to praise or to explain it.”
Η επίδραση του στα μεταγενέστερα κινήματα του εξπρεσιονισμού, του φωβισμού αλλά και εν γένει της αφηρημένης τέχνης, θεωρείται καταλυτική.
Ζωή και έργο
Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ γεννήθηκε στο ολλανδικό χωριό Ζούντερτ (Zundert) και ήταν ο πρωτότοκος από τα συνολικά οκτώ παιδιά της οικογένειάς του, γιος του πάστορα Θεόδωρου βαν Γκογκ. Ήδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα.
Σε ηλικία 16 ετών και αφού είχε ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα, ασχολήθηκε για ένα διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης, στην εταιρεία Goupilator & Company, όπου τον επόμενο χρόνο προσελήφθη και ο αδελφός του Τεό βαν Γκογκ (Theo van Gogh). Το 1873, η εταιρεία τον μεταθέτει στο Λονδίνο και αργότερα στο Παρίσι. Την περίοδο αυτή, εντείνεται το ενδιαφέρον του για τη θρησκεία, επηρεασμένος εμφανώς και από την ιδιότητα του πατέρα του. Αφού απολύεται από την εργασία του το 1876, επιστρέφει στο Άμστερνταμ για να σπουδάσει θεολογία. Οι σπουδές του διαρκούν για περίπου ένα έτος και το 1878 του ανατίθεται μία θέση ιεροκήρυκα στο Βέλγιο και συγκεκριμένα στην υποβαθμισμένη περιοχή Μπορινάζ, όπου λειτουργεί ορυχείο. Ο βαν Γκογκ κηρύτει για περίπου έξι μήνες επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ένδεια των ανθρώπων της περιοχής. Αυτή είναι και η περίοδος κατά την οποία ξεκινά να σχεδιάζει μικρά έργα και πιθανόν αποφασίζει να ασχοληθεί με την τέχνη.
Το 1880, σε ηλικία 27 ετών, ξεικινά να παρακολουθεί τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής, ωστόσο σύντομα έρχεται σε ρήξη με τον δάσκαλό του, Αντόν Μωβ (Anton Mauve), γύρω από καλλιτεχνικά ζητήματα. Τα επόμενα χρόνια δημιουργεί έργα κυρίως επηρεασμένα από τη ζωγραφική του Ζαν Φρανσουά Μιλλέ (Jean-François Millet), ενώ ταξιδεύει στην ολλανδική επαρχία ζωγραφίζοντας θέματα που εμπνέεται από αυτή. Το χειμώνα του 1885, παρακολουθεί μαθήματα στην Ακαδημία της Αντβέρπης, τα οποία όμως διακόπτονται πολύ σύντομα αφού αποβάλλεται από τον καθηγητή της ακαδημίας Ευγένιο Σιμπέρ (Eugene Siberdt). Παρά το γεγονός αυτό, ο βαν Γκογκ προλαβαίνει να έρθει σε επαφή με την ιαπωνική τέχνη από την οποία και δανείζεται στοιχεία ή πολλές φορές μιμείται την τεχνοτροπία της. Αρκετές από τις προσωπογραφίες του, περιλαμβάνουν επίσης σε δεύτερο πλάνο κάποιο έργο ιαπωνικής τέχνης.
Την άνοιξη του 1886 επισκέπτεται το Παρίσι όπου ζεί με τον αδελφό του — επιτυχημένο πλέον έμπορο τέχνης — στην περιοχή της Μονμάρτης, κέντρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Κατά την παραμονή του, έρχεται σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές Έντγκαρ Ντεγκά, Καμίλ Πισάρο, Πωλ Γκωγκέν και Τουλούζ Λωτρέκ. Επηρεάζεται σημαντικά από το κίνημα του ιμπρεσιονισμού και ειδικότερα σε ότι αφορά τη χρήση του χρώματος. Ο ίδιος ο βαν Γκογκ κατατάσσεται περισσότερο στους μετα-ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Χρησιμοποίησε συχνά τεχνικές των ιμπρεσιονιστών αλλά διαμόρφωσε παράλληλα και ένα προσωπικό ύφος, το οποίο διακρίνεται από την χρήση συμπληρωματικών χρωμάτων που οι ιμπρεσιονιστές αποφεύγουν.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1888, ο βαν Γκογκ εγκαταλείπει τη γαλλική πρωτεύουσα και επισκέπτεται τη νότια Γαλλία και την περιοχή της Προβηγκίας. Υπάρχουν αναφορές πως εκεί εμπνέεται από το τοπίο καθώς και την αγροτική ζωή των κατοίκων, θέματα τα οποία προσπαθεί να αποδόσει και στη ζωγραφική του. Την περίοδο αυτή, επινοεί και μία ιδιαίτερη τεχνική των στροβιλισμάτων με το πινέλο ενώ στους πίνακές του κυριαρχούν έντονα χρώματα, όπως κίτρινο, πράσινο και μπλε, με χαρακτηριστικά δείγματα τα έργα Έναστρη νύχτα και μία σειρά πινάκων που απεικονίζουν ηλιοτρόπια. Το έργο Κόκκινο αμπέλι αυτής της περιόδου είναι επίσης το μοναδικό έργο που κατάφερε να πουλήσει ο βαν Γκογκ εν ζωή. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Αρλ, δέχεται και την επίσκεψη του ζωγράφου Γκωγκέν. Ωστόσο, μετά από λίγους μήνες, οι δυό τους διαφωνούν έντονα και λόγω της ασταθούς ψυχικής του υγείας, ο βαν Γκογκ κόβει μέρος του αριστερού του αυτιού καταλήγοντας στο νοσοκομείο της περιοχής. Υπάρχουν ισχυρισμοί πως ο βαν Γκογκ είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν και προέβη στο κόψιμο του αυτιού του αναζητώντας ένα είδος κάθαρσης από τις τύψεις του.
Το 1889 εισάγεται στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στον Σαιν Ρεμύ, όπου και παραμένει συνολικά για ένα περίπου χρόνο πάσχοντας από κατάθλιψη. Κατά την παραμονή του εκεί, συνεχίζει να ζωγραφίζει. Τον Μάιο του 1890 εγκαταλείπει την ψυχιατρική κλινική και ζει για ένα διάστημα σε μία περιοχή κοντά στο Παρίσι, όπου παρακολουθείται από τον γιατρό Πωλ Γκασέ, στον οποίο είχε συστήσει τον βαν Γκογκ ο ζωγράφος Καμίλ Πισάρο. Στο διάστημα που παρακολουθείται ιατρικά, ο βαν Γκογκ παράγει ένα μόνο έργο, που αποτελεί προσωπογραφία του Γκασέ.
Τον Ιούλιο του 1890, ο βαν Γκογκ εμφανίζει συμπτώματα έντονης κατάθλιψης και τελικά αυτοπυροβολείται στο στήθος στις 27 Ιουλίου ενώ πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα. Δεν είναι απολύτως βέβαιο ποιο ήταν το τελευταίο του έργο, αλλά πρόκειται πιθανά για το έργο με τον τίτλο Ο κήπος του Ντωμπινύ ή για τον πίνακα Σιτοχώραφο με κοράκια.
Μετά το θάνατο του βαν Γκογκ, η φήμη του εξαπλώθηκε ραγδαία, με αποκορύφωμα μεγάλες εκθέσεις έργων του που πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι (1901), το Άμστερνταμ (1905), την Κολονία (1912), τη Νέα Υόρκη (1913) και το Βερολίνο (1914).
Συνολικά δημιούργησε σε διάστημα περίπου δέκα ετών περισσότερα από 800 πίνακες και 1000 μικρότερα σχέδια. Σώζεται ακόμα εκτενής αλληλογραφία του με τον αδελφό του, που περιλαμβάνει περισσότερα από 700 γράμματα. Επίσης ο βαν γκογκ είναι διάσημος για τις πινελιές του οι οποίες πολλές φορές παρουσιάζουν μια κίνηση.
Λόγια του..
“I certainly hope to sell in the course of time, but I think I shall be able to influence it most effectively by working steadily on, and that at the present moment making desperate efforts to force the work I am doing now upon the public would be pretty useless.”
“The more I think about it, the more I realize there is nothing more artistic than to love others.”
“It is not the language of painters but the language of nature which one should listen to, the feeling for the things themselves, for reality, is more important than the feeling for pictures.”
“I am risking my life for my work, and half my reason has gone.”
“I want to touch people with my art. I want them to say 'he feels deeply, he feels tenderly.”
“My opinion is that the best thing would be to work on till art lovers feel drawn toward it of their own accord, instead of having to praise or to explain it.”
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)