Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Οι κουρτίνες του ήταν κλειστές. Ήταν βράδυ θα μου πεις. Πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ, αυτός πάντα μα πάντα δεν τις ανοίγει. Του αρέσει το μαύρο, πάντα του άρεζε του σκοτάδι. Από τότε που αποφάσισε να κλειστεί στον εαυτό του, μέσα στις σελίδες και τις πένες του. Πόσα μελάνια είχε ξοδέψει.. Και τα άφηνε εκεί. Το κάθε χρωματιστό βαζάκι που τέλειωνε το βόλευε σε μια συγκεκριμένη θέση. Το ένα δίπλα στο άλλο. Όλα μαζί ένα μικρό χρωματιστό τοίχος. Μπλε, κίτρινα, μωβ, κόκκινα, πετρόλ και πράσινα. Άφησε και ένα ακόμη μπλε, σκούρο αυτή τη φορά, στη συλλογή του. Γυρνά το κεφάλι και βλέπει το πρόσωπό της.
Ακόμα γράφεις.. Όλο αυτό κάνεις. Ήθελα να ήξερα τι ακριβώς..
Δεν είναι ώρα.
Πάντα έτσι λες.
Το μόνο που σκεφτόταν εκείνος τώρα ήταν και το μόνο που είχε μείνει στον αέρα. Η βαθειά φωνή της. Την κοίταξε και χάιδεψε μια μικρή τούφα μαλλιών που έπεφτε στο πρόσωπό της.Την παρατήρησε εξεταστικά, να δει τι ντύνει το σώμα της. Από την κορυφή ως τα νύχια. Τίποτα σχεδόν δεν μπορούσε να διακρίνει. Το μικρό φως του δωματίου έπαιζε με τα μάτια του, έπαιζε και με τα χρώματα της φορεσιάς της.
Ίσως πετρόλ ή πράσινο, σκέφτηκε.
Για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν το άρωμά της.
Και τώρα τι; Ψιθύρισαν τα χείλη της με μυστικότητα.
Τώρα τίποτα.
Σε μια τόση φειδωλή απάντηση αποκρίθηκε εκφραστικά όλο του το πρόσωπο.Εκείνη έβγαλε μια ανάσα μικρής αγανάκτισης και κοντοστάθηκε στο χέρι της καρέκλας του. Πλησίασε το πρόσωπό του.
Δεν βαρέθηκες μεσα εδώ; Ποιο πολλά λες στα χαρτιά σου. Μα αυτά δεν σε ακούνε, ξέρεις.
Πάντα έχεις δίκιο. Αυτό δεν μ'αρέσει.
Συμπλήρωσε με πνεύμα εκείνος και άφησε το χαρτί του στην άκρη.
Αν δεν με είχες τίποτα δεν θα γέμιζε αυτές τις σελίδες, πρόσθεσε η βαθειά φωνή και άρχισε να βγάζει το σκούρο μπλε φόρεμα από το σώμα της.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου